Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ ΛΥΚΟ β' και γ' μέρος


Ξαφνικά, ενώ ήσαν έτοιμοι να πάρουν το μονοπάτι προς κάτω και ανατολικά ο Τρελαντώνης γύρισε και τους είπε:
- Σύντροφοι, έχω κάτι να ταχτοποιήσω κατά το δάσος. Τραβήξτε στο κάστρο κι έρχομαι να σας βρω εκεί!

Πατήστε ΕΔΩ για το α' μέρος



ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ ΛΥΚΟ β' μέρος - του Βασίλη Φαναράκη


Ξημέρωνε Παρασκευή… Είχαν λημεριάσει στην εσοχή ενός βράχου , κάπως σα σπηλιά, μέσα στο πυκνό δάσος πέρα απ τον Αετόλοφο κι όχι μακριά απ τη θάλασσα.

Ο Αστραπόγιαννος έιχε προσφερθεί να φυλάξει μόνος του τη σκοπιά όλη τη νύχτα για να αφήσει τους υπόλοιπους να ξεκουραστούν και το χε καταφέρει μα με που έσκασε το πρώτο φως ανάμεσα απ τα κλαδιά που τους έκρυβαν, οι δυνάμεις του, μετά από δυο μερόνυχτα μάχης κι ανθρωποκυνηγητού χωρίς μπουκιά στο στόμα, τον πρόδωσαν ξαφνικά και τα μάτια του έκλεισαν από μόνα τους…

Όμως εκεί δεν τον περίμενε η Λήθη αλλά η Φλόγα. Σπίτια που καίγονταν… χωριά ολόκληρα. Η πύρινη κόλαση τα κατάπινε αχόρταγα απ άκρη σ άκρη. Κι ανάμεσα στις φλόγες, σκιές που ούρλιαζαν και γκρίζοντυμενοι ξανθοί δαίμονες μ ατσαλένια κράνη και παγερά προσωπεία να θερίζουν αμίλητοι το ανθρώπινο στάχυ. Κολυμπώντας στο κατάμαυρο αίμα που τους έλουζε.

Κι ύστερα οι εικόνες έγιναν φρικιαστικά πιο «κοντινές». Απάνθρωπα καθαρές . Μωρά στη κούνια τους. Οι δαίμονες τα έχωναν μπαμπάκι στο στόμα και τ άναβαν με σπίρτο. Και κείνα άρπαζαν σα λαμπάδες χωρίς να κλαίνε. Κι ύστερα οι γυναίκες..από μικρά κοριτσάκια μέχρι γριές ανήμπορες. Είδε να τις βιάζουν, να τις ξεκοιλιάζουν , είδε να παίρνουν μια ομάδα απ αυτές και να τις βάζουν σε έναν φούρνο… Μια ηλικιωμένη , γύρισε καθώς την έβαζαν μέσα απλώνοντας τα ροζιασμένα της χέρια προς το μέρος του. Τη γνώρισε…

- Μάνα ! Όχι ! Μάνα !
Η Φλόγα την τύλιξε, το δέρμα έπεσε απ το πρόσωπο της. Οι ξανθοί δαίμονες τώρα γελούσαν όπως μόνον τα θηρία ξέρουν να γελούν. Νόμισε πως την άκουγε να του λέει :

- Γλύτωσε με Γιάννη μου… γλύτωσε με παιδί μου…
- ΜΑΝΑ !!
Σβήσαν όλα… Ήταν μόνος τώρα σε μια έρημη σκονισμένη πλατεία τ απομεσήμερο. Ένας φανοστάτης υψώνονταν μπροστά του. Κάτι κρεμόταν από κει … ένα κομμένο ανθρώπινο κεφάλι. Ένα πολύ γνώριμο κεφάλι…

- Άρη… καπετάνιε μου…
Τα μάτια του κομμένου κεφαλιού άνοιξαν αργά και γύρισαν να τον κοιτάξουν διαπεραστικά όπως έκαναν κάποτε. Το στόμα άνοιξε.

- Κάθαρμα! Δειλέ!
- Καπετάνιε μου...ψέλλισε ο Αστραπόγιαννος με γλώσσα βαριά σα μολυβένια.
- Με προδώσατε ! Με πουλήσατε όλοι ! Πετάξατε τα όπλα σας στη λάσπη ! Δεν αξίζατε για τίποτα !
- Είχαμε εντολές… καπετάνιε μου..εντολές…
- Εντολές είχατε παντελόνια δε φορούσατε ! Τώρα έναν-έναν θα σας ξετρυπώσουν και θα μου κάνετε σύντομα παρέα! Σας το χα πει: Ραντεβού στα γουναράδικα ! Στα γουναράδικα Αστραπόγιαννε ! Στα γουναράδικα σύντροφοι, εχθροί και φίλοι!
Το άγριο γέλιο του πνίγηκε στο αίμα. Έπεσε σα πίδακας στον Αστραπόγιαννο και τον διαπέρασε σαν οξύ ως το κόκαλο.

- ΟΧΙ !!
Πετάχτηκε. Πόση ώρα είχε περάσει ; Ο ήλιος θα πρέπει να χε σηκωθεί πια για τα καλά. Το στάγερ του είχε πέσει ανάμεσα απ τα πόδια. Έτριψε τα μάτια και κοίταξε γύρω του στο μισόφως. Όλοι κοιμόντουσαν τυλιγμένοι στις ψιλές ,ξεσκισμένες, κουβέρτες τους.

Η ομάδα του..οι σύντροφοι του. Οι φίλοι του. Στις πορείες, στις κακουχίες, στον αγώνα. Δίπλα του ακριβώς με το κατσαρό του κεφάλι να ακουμπά σχεδόν στο δεξί γόνατο του Αστραπόγιαννου, ο Δάσκαλος τρεμούλιαζε, μουρμούριζε κι έβηχε μέσα στον ανήσυχο, πυρετώδη ύπνο του. Ο Δάσκαλος. Δε θα μπορούσες να βρεις στη Θεσσαλία ολάκερη άνθρωπο πιο ακατάλληλο για αντάρτη και πιο κατάλληλο για καθοδηγητή. Στα λόγια δεν τον έπιανε κάνεις το βουνό όμως τον έπιασε τελικά και τον τσάκιζε λίγο-λίγο. Η παλιά αρρώστια είχε επιστρέψει να αποτελειώσει ότι απέμεινε απ τα μπουντρούμια που τον έριχναν από φοιτητή ακόμα.

Πιο δίπλα σε να πλάτωμα φαρδύ σα κρεβάτι στη πέτρα με τις κουβέρτες ενωμένες όπως και τα κορμιά τους, ο Τρελαντώνης και η Μάρω έκαναν τον πιο γαλήνιο ύπνο της οικουμένης . Τα όπλα τους, το ρώσικο αυτόματο με το μύλο του Τρελαντώνη και το ιταλικό της Μάρως βαλμένα χιαστί στα πόδια τους μπροστά. Δυο παιδιά κατάξανθα , πανέμορφα, δε χόρταγες να τα βλέπεις . Κι ερωτευμένα. Τρελά ερωτευμένα. Μέχρι πέρσι οι «κομισάριοι» θα τα στηναν στα έξι μέτρα. Αυτά στο βουνό δε περνούσαν. Σεβασμός στις συναγωνίστριες. Αριστερό ήθος. Μετά την κατάρρευση όμως τι σημασία είχαν όλα αυτά πριν το τέλος; Σε τι όνειρα να ταξίδευαν μαζί; Ίσως κάπου χωρίς μισός κι εμφυλίους..Τέτοια ωραία κεφαλάκια μπορείς να τα φανταστείς καρφωμένα στο παλούκι;

Ο Βάσιας κοιμόταν στην άλλη άκρη. Με το που μπήκαν οι Γερμανοί την άνοιξη του ’41 ντύθηκε τη παραδοσιακή φορεσιά του Πόντου , άρπαξε το δίκαννο του πατέρα του που σφάχτηκε απ τους Τούρκους στο Μεγάλο Διωγμό και βγήκε στο κλαρί απ τους πρώτους. Πάνω στα μέρη του οι δικοί του τον είχαν από χρόνια νεκρό. Αντί για το δίκαννο τώρα είχε το ντουφέκι του πρώτου Γερμανού που ξέκανε και δε τα άφησε ούτε με τη Βάρκιζα. Στον ύπνο του που και που βλαστημούσε στα ποντιακά. Δίπλα του..μια κουβέρτα αφημένη! Ο Ζαχαριάς έλειπε !

Ο Αστραπόγιαννος γράπωσε το όπλο του και τινάχτηκε όρθιος σαν ελατήριο κι εντελώς ξύπνιος. Τι τον έπιασε και χασομέρησε έτσι; Κοίταξε την είσοδο της σπηλιάς. Ναι, τα κλαδιά είχαν παραμεριστεί λίγο. Θα γινε όταν τον πήρε ο ύπνος… Αθόρυβος σα γατί ο καράβλαχος. Θα ταν δυνατό να τους πρόδιδε;
- Ξυπνάτε παιδιά! Έβαλε φωνή. Συναγωνιστές ξυπνάτε!
- Τ όπλο παραπόδα! Βόγκηξε φωναχτά ο Δάσκαλος .

Μια- δυο στιγμές αργότερα όλοι , πλην του Δασκάλου φυσικά, ήταν έτοιμοι με τα όπλα τους οπλισμένα .Ήταν καλή ομάδα.
-Τι έγινε καπετάνιε ; Ρώτησε πρώτος ο Τρελαντώνης ενώ έδενε το λευκό του μαντήλι στο μέτωπο.
- Ο Ζαχαριάς λείπει χωρίς άδεια. Κατάλαβε κανείς πότε έφυγε;
Όλοι κούνησαν αρνητικά τα κεφάλια.

- Να πα να τον φέρω απ τα αυτί καπετάνιο; Είπε αγριωπά ο Βάσιας. Ο Βάσιας με το Ζαχαριά δε τα πήγαιναν πολύ καλά. Ο Αστραπόγιαννος έσιαξε το γιλέκο από τομάρι κριαριού και τα φυσεκλίκια του και κανόνισε το στάγερ του.
- Όχι, απάντησε. Θα πάω εγώ, δε μπορεί να χει ξεμακρύνει πολύ. Θα τον γυρέψω κατά το ποτάμι. Κρατήστε εδώ κανα μισάωρο κι αμα δε γυρίσω ας κάνει ο καθένας από σας όπως καταλαβαίνει. Μόνο φροντίστε μη πέσει στα χέρια τους ο Δάσκαλος. Να στε καλά σύντροφοι!
Παραμέρισε τα κλαδιά και πήρε προσεκτικά το απότομο μονοπάτι κατά το δάσος

ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ ΛΥΚΟ γ' μέρος


Σύντομα βρέθηκε να περπατά στις όχθες του ποταμού. Σταμάτησε, κοίταξε ένα γύρω κι αφουγκράστηκε. Το δάσος εκτός από χαρά θεού (είχε μπει για τα καλά η Άνοιξη..) ήταν υπερβολικά ήσυχο. Τόσο ήσυχο όσο ποτέ άλλοτε. Ούτε πουλί δεν άκουγες. Απ το Ζαχαριά, ίχνος.Ένα κλαδάκι σπασμένο δεν βρήκε που να μαρτυρά το πέρασμα του από δω. Βέβαια ήταν κλέφτης παλιός, πριν την Κατοχή, κι ήξερε να καλύπτει τα ίχνη του σα την αλεπού. Εκτός κι αν τράβηξε κατά τη θάλασσα- άλλο δρόμο δεν είχε. Αλλά γιατί; Τι θα κανε εκεί ; Πιο λογικό θα ταν να πήρε το ποτάμι κατά πάνω για το χωριό και το σταθμό της Χωροφυλακής… Μα να ξέπεσε ο Ζαχαριάς τόσο μετά από οκτώ χρόνια κλαρίτης;

Μπορεί να κουράστηκε όμως, να μπάφιασε, να ηττήθηκε, μετά από τόσο κυνηγητό και γιουχα. Οι τελευταίοι έξι-εφτά μήνες ειδικά ήταν σκέτος εφιάλτης… Εδώ στο ποτάμι πιο κάτω το περασμένο μόλις μήνα είχανε καθαρίσει τον Ροβεσπιέρο. Είχε πάει να γεμίσει το παγούρι του, «δυο λεφτά θα κάμω» είπε κι αυτό που ξανάδαν απ αυτόν ήταν το κεφάλι του κρεμασμένο από να δέντρο. Δουλειά του Πετρόμπεη και των δικών του. Των «ενόπλων εθνικοφρόνων αγροτών». Κοινώς ΤΕΑ. Και κείνου του ζωντόβολου του Τζαννή που ξερε την περιοχή σα τη παλάμη του χεριού του. Προχτές πάλι την είχαν σκαπουλάρει από δαύτους τους διαόλους παρατρίχα. Αλλά για πόσο; Και γιατί τελικά; Η φάκα έκλεινε. Το νιωθε. Και δε μπορούσε να το εμποδίσει…

Κοίταξε την αντανάκλαση του στο κρυστάλλινο νερό. Ο θρυλικός Αστραπόγιαννος. Μάλιστα! Ένα σκαμμένο απαθές πρόσωπο με κάμποσες γκρίζες τούφες στα μαλλιά και στα γένια. Με μάτια χωμένα βαθιά στις κόγχες. Τα κλείσε για να σκεφτεί, να ζυγιάσει τις καταστάσεις. Αντί γιαυτο όμως το μυαλό του ,σα να του κανε το ίδιο αντάρτικο, γέμισε με θύμησες.

Το χωριό του καταμεσής στο καταπράσινο κάμπο. Η μάνα του που τον χάιδευε με τα χέρια της ροζιασμένα σα κλαριά. Τ Αννιώ... Απ τον πατέρα του θύμησες δεν υπήρχαν, τον έχασε σαν ήτανε μωρό. Η μάνα τον ανέστησε… Μέχρι να βγει στο βουνό. Μέχρι να μπουν στο χωριό οι Γερμανοί και να το κάνουν παρανάλωμα… γύρισε και τα βρήκε όλα καμένα. Κι ούτε ένα αποκαΐδι δεν είχε μείνει από τη μάνα…

Άνοιξε τα μάτια και γύρισε τη πλάτη του στο ποτάμι. Μήπως το χανε; Μήπως του ρχοταν καμιά φρίξη; Εδώ δε πάθαιναν τόσο καιρό φρίξη πιτσιρίκια σαν τον Τρελαντώνη και τη Μάρω και θα πάθαινε αυτός τώρα κοντά στα σαράντα και παλιός αντάρτης ; Γιατί δε μπορούσε να κάτσει να τα βάλει όλα σε μια τάξη ; Τι θα κανε με τους συντρόφους του; Ήταν υπεύθυνος γι αυτούς. Πως θα τους βοηθούσε να γλυτώσουν απ τη φάκα;

- Δε μπορείς Γιαννάκη. Είπε πίσω του μια φωνή απαλή σα το θρόισμα τα ανέμου.
Ο Αστραπόγιαννος στράφηκε ξαφνιασμένος σηκώνοντας ενστικτωδώς το οπλοπολυβόλο του. Στην αντίπερα όχθη στεκόταν μια πανέμορφη πανύψηλη γυναίκα με μακριά ξανθοκόκκινα μαλλιά που της έπεφταν ως τη μέση. Ήταν ξυπόλητη και φορούσε ένα διάφανο γαλάζιο φόρεμα. Το δέρμα της ήταν αφύσικα λευκό, σαν να ταν μαρμάρινο. Τα πράσινα μάτια της έλαμπαν σα ρουμπίνια και τον κοιτούσαν με απέραντη αγάπη. Του χαμογέλασε πλατιά. Την ήξερε;

- Ποια ει… άρχισε ξεψυχισμένα.
- Αχ, με ξέχασες Γιάννη μου; Δε μπορεί…
Μπήκε αργά στο ποτάμι και το διέσχισε προς το μέρος του. Καθώς έβγαινε και τον πλησίαζε, ο Αστραπόγιαννος είδε το νερό να κυλά απ το φόρεμα της. Όταν τον έφτασε είχε ήδη στεγνώσει σα μη το χε αγγίξει καθόλου. Χαμήλωσε το όπλο του.

-Ονειρεύομαι..ψέλλισε αδύναμα. Το 'χασα πάει…

-Έτσι νιώθει κανείς στο όνειρο ενός τρελού; Είπε η γυναίκα και ακούμπησε τα μακριά της δάχτυλα στο μάγουλο του. Ένα κύμα ενέργειας , μια πνοή ουράνιας γαλήνης τον κατέκλυσε. Τον πήγε αλλού. Για μερικά ευλογημένα δευτερόλεπτα, δεν υπήρχαν εμφύλιοι, μάχες, σκοτωμοί, πορείες, κομμένα κεφάλια. Δεν υπήρχαν αντάρτες, χωροφύλακες και φαντάροι. Δεν υπήρχαν έννοιες. Δεν υπήρχε τίποτα πέρα απ την αίσθηση του Απόλυτου, της Αιώνιας Ειρήνης , της Ατέλειωτης Ευτυχίας. Να ταν έτσι ο παράδεισος;
Όταν ξαναγύρισε. Η γυναίκα ακουμπούσε τα χέρια της απαλά στους ώμους του. Τ όπλο του ήταν αφημένο στο χώμα.

-Ποια είσαι; Αναστέναξε ο Αστραπόγιαννος. Τι θες από μένα;
-Αχ, Γιαννάκη μου, είπε η γυναίκα, εγώ είμαι τ Αννιώ σου.
Τον ένιωσε να λυγίζει. Δάκρυα κυλούσαν στο σημαδεμένο απ τις κακουχίες πρόσωπο του.

-Όχι..κατάφερε τέλος να πει. Δε μπορεί. Δεν υπάρχεις…
-Υπάρχω Γιαννάκη μου. Υπήρχα όταν ήσουνα παιδί και παίζαμε στο σύδεντρο, θυμάσαι; Σε 'παιρνα απ το χέρι και χορεύαμε στο φεγγαρόφωτο τα καλοκαίρια. Σου λεγα τα παραμύθια που δεν άκουσε ποτέ κανείς. Που δεν ήταν παραμύθια αλλά η πιο μεγάλη αλήθεια. Σ είχα ξεχωρίσει και δεν έκανα λάθος. Όταν μεγάλωσες έπρεπε να σ αφήσω μα πάντα σε κοιτούσα.
- Γιατί;
- Γιατί , Γιάννη μου είσαι ξεχωριστός. Υπάρχουν βλέπεις οι δυνάμεις της Σκιάς και του Φωτός. Και συ ανήκεις στο Φως. Κι ας λένε πως έχεις καρδιά από λύκο. Η καρδιά μέσα σου σε όλη αυτή τη φρίκη την οποία έζησες παρέμεινε αγνή. Δε μόλυνες τη ψυχή σου. Ξέρεις πόσο εύκολα κάποιοι πετάν τις ζωές και τις ψυχές τους στο σκοτάδι; Εσύ δεν το κανες. Και γιαυτό ήρθα τώρα να σε πάρω μαζί μου. Να σε πάρω στο Φως. Εκεί που δεν υπάρχει ούτε ο Θάνατος ούτε ο Χρόνος. Μόνο η Γαλήνη.
Ο Αστραπόγιαννος κούνησε το κεφάλι του.

-Δε μπορεί να αληθινά όλα αυτά… α-αποκλείεται…
-Θα είναι - αν το πιστέψεις.
Ελευθερώθηκε από το άγγιγμα της κι έκανε δυο βήματα πίσω.
- Δε ξέρω πια σε τι να πιστέψω… κάποτε νόμισα πως ήξερα. Μα όλα χάθηκαν πια ..όλα προδόθηκαν… σε τι να πιστέψω;
- Πίστεψε στην καρδιά σου. Έλα μαζί μου.
- Τι είσαι;
- Είμαστε η ζωντανή ενσάρκωση του Φωτός. Μας έχουν πει κατά καιρούς «αγγέλους», «νεράιδες» ή και «ξωτικά» ,δεν έχει σημασία..Εμείς ξέρουμε τι είμαστε. Αν υπάρχει αυτό που εσείς λέτε «καλό» εμείς είμαστε αυτό. Έλα μαζί μου.
- Οι σύντροφοι μου..δε μπορώ να τους αφήσω. Με χρειάζονται.
Η χαρούμενη όψη της γυναίκας σοβάρεψε ξαφνικά.

- Νοιάζομαι για τους συντρόφους σου όσο και συ αλλά στη δική τους μοίρα δε μπορώ να επέμβω. Κι αν επιλέξεις να μείνεις μαζί τους θα μοιραστείς τη μοίρα τους. Από κει να ξέρεις πως δεν μου επιτρέπεται να σε σώσω..Όμως το γεγονός και μόνο ότι επιλέγεις αυτούς μου δείχνει ότι είχα δίκιο για σένα.
Το χαμόγελο επανήλθε στα χείλη της. Ο Αστραπόγιαννος μάζεψε το όπλο του από κάτω. Είχε συνέλθει κάπως απ τη σαστιμάρα.

-Δε ξέρω αν όντως μου τη βάρεσε απ την αϋπνία και την πείνα και βλέπω οράματα, είπε. Αλλά και να υπάρχει αυτό το μέρος που λες ότι θες να με πας, και να ναι όντως ο παράδεισος, για μένα θα σκέτη κόλαση όταν θα σκέφτομαι ότι άφησα τους συντρόφους μου πίσω να τους κάνουν κομμάτια.
- Και κάτι τελευταίο, είπε η γυναίκα. Να ξέρεις πως υπάρχει ένα μέλος στην ομάδα σου ανήκει στη Σκιά όπως εσύ ανήκεις στο Φως. Να το χεις υποψιν σου, γιατί όλα εχουν σημασία κι όλα συνδέονται.
- Ποιος είναι ; Ρώτησε ο Αστραπόγιαννος , τον λένε Ζαχαριά μήπως;
- Αι, μωρέ κάθεσαι μονάχος και με μελετάς; Χίλια χρόνια θα ζίσου!
Αυτή τη φορά η φωνή που ρθε από πίσω του ήταν βαριά και πολύ γνώριμη. Στράφηκε και είδε το Ζαχαριά να πλησιάζει προς το μέρος του και διαπίστωσε πως ήταν στην όχθη ολομόναχος. «Σίγουρα τα φαντάστηκα όλα αυτά» , σκέφτηκε.

Ο Ζαχαριάς ήταν μια μορφή βγαλμένη θαρρείς κατευθείαν απ τις μέρες του ‘21. Φουστανέλα, τσόχινο γιλέκο και ντουλαμάς με την παμπάλαια μονόκανη πιστόλα και τη μαχαίρα του παππού του να ξεχωρίζουν. Αν και τη πιστόλα δεν την είχε μπουμπουνίσει πουθενά ως τώρα. Την είχε για φιγούρα μόνο. Τα μακριά μαλλιά και γένια του ανέμιζαν άσπρα σχεδόν ,αλλά χωρίς ούτε μια ρυτίδα στο μακρύ του πρόσωπο με την αετίσια μύτη. Στο δεξί του ώμο κρέμονταν ο «γκράς» και το κουφάρι ενός μικρού λαγού.
-Τι μι γουρλώνεις το ματ’ μωρέ; Φάντασμα λες κι δες; Έκανε όπως στάθηκε μπροστά του.
Ο Αστραπόγιαννος έκανε φιλότιμη προσπάθεια να δειχτεί φυσιολογικός σαν να ταν όλα όπως και πριν. Ενώ σίγουρα δεν ήταν.

- Γιατί έφυγες χωρίς άδεια σύντροφε;
Ο Ζαχαριάς έσκασε ένα ξερό γελάκι.

- Θα μι κριμάσετε τη κουτάλα; Α, ρε κατσ’ καλά! Εσύ το ριξες στον ύπνο στη σκοπιά σ’ …ιγω για κυνηγ΄ πήγα.
Ο Αστραπόγιαννος αναστέναξε βαθιά. Είχε δίκιο ο βλάχος. Είχε κοιμηθεί στη σκοπιά του..αν ήταν όπως κάποτε θα του χαν πάρει το όπλο το λιγότερο. Αποφάσισε να αλλάξει θέμα:

- Φτάνει ο λαγός σου για έξι νοματαίους; Πρέπει να δώσουμε και στο Δάσκαλο οπωσδήποτε, δεν αντέχει πολύ.
- Θα του κανου ιγω να φτασ’ ! αποκρίθηκε ο Ζαχαριάς.
- Είδες κίνηση πίσω; Άκουσες τίποτα;
- Όχ’ ! Μα χουμε μέρα καθαρή κι ότι είναι να γιν’ θα γιν΄ σήμερα!
- Καλώς! Πάμε στους άλλους…
Στο δρόμο για το λημέρι ο Αστραπόγιαννος πρόσεξε πως ο Ζαχαριάς φαινόταν να χε καταληφθεί από παράξενη ευδιαθεσία καθώς περπατούσε σφυρίζοντας ένα παλιό κλέφτικο σκοπό σα πήγαινε σε καμιά γιορτή στο δάσος. Λίγο πριν φτάσουν γύρισε μάλιστα και του 'πε κλείνοντας του το μάτι:

- Η προυσφοραμ’ ισχύει πάντα να ξερ’ς !
- Τι, μωρέ πάλιόβλαχε ; αποκρίθηκε εκνευρισμένα ο Αστραπόγιαννος.
- Αμα τη σκαπουλάριμι θα σι δώκω τη θυγατέρα μ’ τη μικρή για γυναίκ’ σ’ …
- Ζαχαριά, χαιρέτα μας !
Όλοι χάρηκαν που είδαν να γυρνάν και οι δυο και τόσο γρήγορα. Ακόμα κι ο Βάσιας που τα χνώτα του ποτέ δε ταιριάξανε μ αυτά του Ζαχαριά δεν ήθελε να πιστέψει πως ο παλιός αυτός κλέφτης τους πούλησε ελαφρά τη καρδία.

Ο Ζαχαριάς έγδαρε και ξεκοίλιασε τον λαγό για τον μαγειρέψουν όπως-όπως σε χαμηλή φωτιά. Όταν του βγαλε το συκώτι τους είπε πως ήταν στη λάθος μεριά κι αυτό ήτανε λέει κακός οιωνός. Τότε του Βάσια του κόπηκε ξαφνικά η όρεξη κι πε να πάει έξω να φυλάξει ενώ οι υπόλοιποι θα τρώνε.

- Άβουλα τη Θεού, φύλλον ‘κι λαΐσκεται.(τίποτα δε γίνεται χω ρις τη θέληση του Θεού) είπε στον εαυτό του βγαίνοντας.

Το κρέας του λαγού ήταν σκληρό και κολλώδες αλλά μετά από μέρες μόνο με ξεροκόμματα και χόρτα φάνταζε σκέτο λουκούμι. Ο Δάσκαλος με δυσκολία μάσησε δυο μπουκιές στη γωνιά του. Ο Τρελαντώνης με τη Μάρω τάιζαν στο στόμα ο ένας στον άλλο λες δεν τους έβλεπαν.
«Αυτό είναι που λέμε έρωτας, σκέφτηκε ο Αστραπόγιαννος, να μη δίνεις σημασία σε τίποτε άλλο εκτός απ αυτόν π αγαπάς. Εγώ..» Αυτός δε το χε νιώσει ποτέ του αυτό. Αυτός κι ο Δάσκαλος ήταν οι δυο μαγκούφηδες της ομάδας. Ο Βάσιας με το Ζαχαριά υπήρξαν παντρεμένοι αν και του Ζαχαριά ήταν πεθαμένη από πολλά χρόνια και του Βάσια την είχαν παντρέψει πια με άλλον. Ο Δάσκαλος με τις φυλακές, τις εξορίες και τις αρρώστιες δεν είχε ποτέ του το χρόνο.
-Κακές σκέψεις κι άσκοπες, μουρμούρισε.
Δεν πρόλαβαν να αποσώσουν και ο Βασίας όρμησε μέσα και τους είπε πως διέκρινε κίνηση πέρα μακριά απ το ποτάμι. Η φάκα σιγά-σιγά έκλεινε…

Ο Αστραπόγιαννος τους μάζεψε να τους μιλήσει.
- Συναγωνιστές πρέπει να πάρουμε αποφάσεις και γρήγορα, να πούμε…
Τότε ήταν που ο Δάσκαλος αναστήθηκε. Πέταξε τη κουβέρτα από πάνω του, σηκώθηκε αρνούμενος τη βοήθεια του Τρελαντώνη, φόρεσε τα ραϊσμένα στρογγυλά γυαλιά του και μίλησε και φωνή βραχνή αλλά δυνατή:

- Σύντροφοι! Ο μοναρχοφασισμός μας έχει κυκλώσει κι είμαστε απομονωμένοι χωρίς προμήθειες. Μας λένε πως όποιος σκύψει το κεφάλι, παραδοθεί με το όπλο του και υπογράψει δήλωση θα του δοθεί χάρη! Υπάρχει κανείς που σκέφτεται να το κάνει; Ας το πει τώρα!
Κανείς δε κούνησε ούτε βλέφαρο. Μόνο ο Ζαχαριάς έσκασε ένα ειρωνικό υπομειδίαμα.

- Ωραία λοιπόν… άρα το μόνο που μένει να πέσουμε μαχόμενοι ! Συμφωνείτε;
Όλοι φώναξαν «Ναι» . Ο Τρελαντώνης έσφιξε στην αγκαλιά του τη Μάρω και τη φίλησε στα μαλλιά. Εκείνη σκούπισε ένα δάκρυ.

- Αλλα οχ’ δω! φώναξε ο Ζαχαριάς. Να μας πιάσ’ν όπως ιγω το λαγό στην τρύπα! Αλλού να σταθουμ’ !
- Στο Κάστρο στα παράλια! Πρότεινε ο Τρελαντώνης . Εκεί θα τους παιδέψουμε μπορεί και μέρα ολόκληρη!
- Συμφωνούμε όλοι μ αυτό; Ρώτησε ο Δάσκαλος.
Συμφωνούσαν. Άρχισαν να ετοιμάζονται. Δεν υπήρχαν και πολλά να πάρουν. Τις κουβέρτες τις άφησαν εκεί αφού δε θα χρειαζόντουσαν για τον αιώνιο ύπνο και το ίδιο έκαναν με τα παγούρια του νερού αφού ήπιαν τις τελευταίες γουλιές. Ο Αστραπόγιαννος περιμάζεψε την τελευταία γερμανική χειροβομβίδα τους βάζοντας την στη ζώνη. Ο Τρελαντώνης πήρε το χωνί του. Ο Δάσκαλος φόρεσε το μακρύ του αμπέχονο. Η αρρώστια που τον έκαιγε τόσο καιρό έμοιαζε να χε φύγει από πάνω του ως δια μαγείας. Τα δυο βιβλία που κουβαλούσε πάντα μαζί και τους διάβαζε πότε-πότε, το «Κράτος κι Επανάσταση» και το «Κουμμουνιστικό Μανιφέστο» τα κρυψε κάτω από μερικές πέτρες. Ο Ζαχαριάς , μετά από δική του επιμονή, φορτώθηκε το βαρύ πολυβόλο Μπρεν και τις δυο δεσμίδες που χαν μείνει.

Ξαφνικά, ενώ ήσαν έτοιμοι να πάρουν το μονοπάτι προς κάτω και ανατολικά ο Τρελαντώνης γύρισε και τους είπε:
- Σύντροφοι, έχω κάτι να ταχτοποιήσω κατά το δάσος. Τραβήξτε στο κάστρο κι έρχομαι να σας βρω εκεί!

Όλη η ομάδα τον κοίταξε έκπληκτη. Η Μάρω άφησε ένα επιφώνημα τρόμου.
- Τρελάθηκες; Φώναξε. Που θα μ αφήσεις τώρα;

Εκείνος της χάιδεψε τη μύτη και της χαμογέλασε καθησυχαστικά .
- Μη φοβάσαι κουκλάκι μου δε θα χωρίσουμε εδώ εμεις θα ρθω να σε βρω πιο μετά …Τραβήξτε και θα σας βρω στο κάστρο! Είπε στους άλλους. Ξέρω τα μονοπάτια εδώ καλά. Θα σας βρω εκεί!

- Που στο καλό θα πας ; Τον ρώτησε ο Αστραπόγιαννος. Αυτοί σε λίγο θα ναι παντού! Τι θες να κάνεις;

- Άστον! Είπε ο Δάσκαλος. Εθελοντικά είμαστε εδώ τώρα… Αν είναι θα μας βρει εκεί. Αν όχι…
- Καλή αντάμωση στα γουναράδικα! Φώναξε ο Τρελαντώνης κι έφυγε σφαίρα αντίθετα από κει που θα πήγαιναν οι υπόλοιποι.
................................
Θα ακολουθήσει σύντομα το 4ο και τελευταίο μέρος